- πλεῖται
- πλέωsailpres ind mp 3rd sg (attic epic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
πλέω — ΝΜΑ, και επικ. τ. πλείω, Α 1. (για σκάφος) κινούμαι στην επιφάνεια θάλασσας, λίμνης, ποταμού, ταξιδεύω (α. «το πλοίο έπλεε κανονικά όταν σημειώθηκε η έκρηξη» β. «Ἑλλήσποντον ἐπ ἰχθυόεντα πλεούσας νῆας ἐμάς», Ομ. Ιλ.) 2. ταξιδεύω, μετακινούμαι από … Dictionary of Greek
πλεῖθ' — πλεῖτε , πλέω sail pres imperat act 2nd pl (attic epic) πλεῖτε , πλέω sail pres opt act 2nd pl πλεῖτε , πλέω sail pres ind act 2nd pl (attic epic) πλεῖται , πλέω sail pres ind mp 3rd sg (attic epic) πλεῖτο , πλέω sail imperf ind mp 3rd sg (attic… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)